Η νέα σειρά ανθολογίας του Apple Tv, The New Look, έκανε πρεμιέρα την Ημέρα των Ερωτευμένων και όσοι αγαπούν πάνω από όλα τη μόδα αποφάσισαν να καθίσουν αναπαυτικά στους καναπέδες τους και να απολαύσουν τα τρία πρώτα διαθέσιμα επεισόδια μίας τηλεοπτικής παραγωγής την οποία περίμεναν καιρό.

Apple TV

Από το trailer έγινε γνωστό ότι η σειρά θα εστιάζει στην εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στον Christian Dior και την Coco Chanel, με φόντο τόσο τη Γερμανική Κατοχή του Παρισιού, όσο και την περίοδο της ειρήνης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο πρώτος τάραξε τα νερά της Υψηλής Ραπτικής στη Γαλλία και τον υπόλοιπο κόσμο, με τη δημιουργία του New Look, όπως ονομάστηκε από τις δημοσιογράφους μόδας της εποχής, ενός στιλ που αναδείκνυε ξανά τη γυναικεία φόρμα και αποτίνασσε από πάνω του τη μιζέρια του πολέμου που είχε επιβραδύνει – αν όχι σταματήσει – την πρόοδο πολλών τεχνών, για προφανείς λόγους.

Η δημιουργία βρίσκεται, θεωρητικά τουλάχιστον, στο επίκεντρο της σειράς, η οποία στο πρώτο επεισόδιο μας γνωρίζει τους βασικούς πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας που κρατάει για δεκαετίες και, δυστυχώς, δεν παρουσιάζει τη συνοχή που θα θέλαμε σε αφηγηματικό επίπεδο. Η έριδα ανάμεσα στον Dior και την Chanel αρχίζει να σκιαγραφείται με έναν τρόπο υπερβολικά προφανή από τη μία και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, από την άλλη. Το «γιατί μαλώνετε;» βασίζεται σε ένα ηθικό δίλημμα, στο υπέρμετρο ego της Coco, στις τύψεις του Dior και στον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο έβλεπαν τη μόδα και τη γυναικεία φιγούρα, μόνο που ειδικά το τελευταίο κομμάτι υστερεί σε ανάπτυξη.

Η σειρά προσπαθεί να είναι ξεκάθαρη εξαρχής στο πώς θα παρουσιάσει όλα όσα έχει να πει στον τηλεθεατή, ωστόσο πολλές φορές παραείναι επεξηγηματική, χάνοντας πολύτιμες ευκαιρίες να αποδώσει επίπεδα στους χαρακτήρες και τις καταστάσεις που ζουν. Το δίπολο «καλός – κακός» καπελώνει διαρκώς τις γκρίζες ζώνες, οι οποίες με τη σειρά τους αρχίζουν να λευκαίνουν εξαιτίας της ρεβιζιονιστικής προσέγγισης της ιστορίας. Φυσικά η τέχνη μπορεί να πάρει αυτό που επιθυμεί από την πραγματικότητα και να το παρουσιάσει με το δικό της τρόπο, όμως μερικά πράγματα ίσως πρέπει να παρουσιάζονται ως έχουν και όχι εξωραϊσμένα.

Συγκεκριμένα, η σειρά χάνεται στη μετάφραση της παριζιάνικης καθημερινότητας κάτω από τη ναζιστική μπότα, παρουσιάζοντας επιφανειακά το ζήτημα της πείνας, της βίας και του εκτοπισμού 76 χιλιάδων Εβραίων Γάλλων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ακόμα και το θέμα της αντίστασης πάσχει από άπειρα κλισέ, ενώ ανατριχιαστικές καταστάσεις, όπως η παρουσία του αρχιτέκτονα του Ολοκαυτώματος Heinrich Himmler δίπλα από την Coco Chanel στο εστιατόριο Maxim’s, υποβιβάζονται σε τραγέλαφους: Δεν έριξε η ανάγκη την Chanel στα δίχτυα των Ναζί και η επίκληση της μόδας ως το επόμενο πρότζεκτ των κατακτητών, που θέλουν να μεταφέρουν το επίκεντρό της στο Βερολίνο, χτυπάει πιο άσχημα κι από την απόπειρα εξανθρωπισμού τους – κι αυτό είναι το μονο σημείο της σειράς που διαθέτει nuance.

Ένα ακόμα πρόβλημα της σειράς, το οποίο ωστόσο απαντάται σε πολλές παραγωγές του Χόλιγουντ, ακόμα κι αν έχουν γυριστεί με τις καλύτερες των προδιαγραφών, είναι οι προφορές των ηθοποιών. Η ελαφριά γαλλική ιντονασιόν κάπως συνηθίζεται στους αγγλικούς διαλόγους, ωστόσο αυτό που δεν καταφέρουν οι δημιουργοί τους είναι να πιάσουν το γαλλικό πνεύμα της ανταλλαγής απόψεων, την etiquette που διέπει την καθημερινότητα (ακόμα και σε καιρό πολέμου) και την ανάγκη μίας τέτοιας υπόθεσης να μην παρουσιάζεται σαν να είναι ιστορικό procedural που χρησιμοποιεί τη μόδα απλώς ως πατερίτσα.

IMDb

Τα ρούχα, φυσικά, είναι εκπληκτικά, όμως η δημιουργική διαδικασία δεν παρουσιάζεται όπως θα θέλαμε, σε αντίθεση με αυτό που δείχνει η σειρά Balenciaga, ένα μέρος της οποίας διαδραματίζεται την ίδια χρονική περίοδο. Ο Ben Mendelsohn προσπαθεί πολύ να δείξει τι ήταν ο Dior, ωστόσο εξαιτίας του σεναρίου χάνεται στις αδυναμίες του χαρακτήρα, η Maisie Williams ως Catherine Dior είναι εξαιρετική, παρότι το υλικό που της έδωσαν να δουλέψει πάσχει από μπαναλιτέ, ενώ η Juliette Binoche καταφέρνει να κάνει αυτό που της είπαν οι δημιουργοί της σειράς, ωστόσο περιορίζεται από τις ίδιες τις επιλογές τους. Για τον John Malkovich ας πούμε ότι άλλα πράγματα περίμενε και άλλα είδε μπροστά του, ενώ ο Claes Bang στο ρόλο του Ναζί δεν κομίζει κάτι καινούργιο δραματουργικά.

Το ιστορικό ενδιαφέρον της σειράς τίθεται υπό αμφισβήτηση εξαιτίας των ανακριβειών της, ένα μέρος των γεγονότων όμως πράγματι συνέβησαν, κι αυτό κάνει δύσκολη την παρακολούθησή της, για όποιον θέλει να μάθει πώς συνυφαίνεται η ιστορία με τη μόδα. Ίσως ο δημιουργός Todd A. Kessler να επέλεξε αυτό τον τύπο δραματουργίας διότι πρωτίστως απευθύνεται στο αμερικανικό κοινό και ήθελε κάτι εύκολο. Ίσως η παραγωγή να πάσχει από άποψης αποχρώσεων εξαιτίας της ενασχόλησης του Lorenzo di Bonaventura με το πρότζεκτ: Δεν είναι απαγορευτικό να έχεις ασχοληθεί με τις ταινίες Transformers και μετά να θέλεις να καταπιαστείς με τον κόσμο της μόδας, ωστόσο δεν ισχύουν οι ίδιοι κανόνες και δεν μπορείς να μεταμορφώσεις ένα σενάριο – ρομπότ σε μία φίνα εξιστόρηση, ούτε η μόδα αποτελείται αποκλειστικά από Autobots και Decepticons.

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below