Οι πολλές και αγχώδεις σκέψεις, το overthinking, όπως ονομάζεται μοιάζε με τρόπο που μας επιτρέπει να έχουμε τον έλεγχο. Αλλά, το πιθανότερο είναι, να μας προκαλέσει περισσότερο άγχος και στρες. Το να μάθουμε πως να συμβιώνουμε με την ανησυχία και να την περιορίζουμε μπορεί να κάνει τη ζωή μας να αλλάξει. Η ιστορία μιας γυναίκας και ο κανόνας που της πρότεινε να ακολουθήσει φαίνεται να τη βοήθησαν να φτάσει αυτόν τον στόχο και σταδιακά να απομακρύνει το μυαλό της από τις συνεχείς και στρεσογόνες σκέψεις.
Το δεύτερο μισό του 2011 ήταν, όπως περιγράφει η Mel Bradman στον Guardian, μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδος για εκείνη. Η πίεση στη δουλειά, μια σχέση που έσβηνε σταδιακά, η ασθένεια της μητέρας της και η έντονη απουσία του πατέρα της, που είχε φύγει από τη ζωή λίγα χρόνια πριν, δημιούργησαν αυτό που η ίδια αποκαλεί «μια τέλεια, ανεπιθύμητη καταιγίδα».
«Πριν, όταν περνούσα δύσκολες φάσεις, κατάφερνα να βγω σχετικά γρήγορα από αυτές. Αυτή τη φορά όμως όχι», γράφει. Το άγχος έγινε σταθερή κατάσταση, επηρεάζοντας ακόμη και τις πιο απλές αποφάσεις της καθημερινότητας. «Συνέχιζα τη ζωή μου – πήγαινα στη δουλειά, έβγαινα – αλλά το άγχος έλεγχε τα πάντα», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Οι συνηθισμένες της μέθοδοι αντιμετώπισης, όπως το να παραμένει απασχολημένη, να οργανώνει ταξίδια ή να κάνει μεγάλους περιπάτους, δεν είχαν αποτέλεσμα. Έτσι ξεκίνησε ψυχοθεραπεία, έπειτα από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες να βρει τον κατάλληλο θεραπευτή. Τελικά, όπως περιγράφει, η πρώτη επαφή με την κατάλληλη θεραπεύτριά της ήταν ανακουφιστική, αν και το άγχος της παρέμενε έντονο.
Η αλλαγή ήρθε σε μια συνεδρία, όταν βρέθηκε ξανά εγκλωβισμένη σε έναν κύκλο υπερανάλυσης. Τότε η θεραπεύτρια της πρότεινε κάτι απλό: «Απόψε μετά τις 18.30 είναι “Χρόνος χωρίς ανησυχία”». Όταν τη ρώτησε τι σημαίνει αυτό, η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: «Από τις 6.30 το απόγευμα μέχρι να ξυπνήσεις το επόμενο πρωί, δεν επιτρέπεται να ανησυχείς».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Σύμφωνα με τη θεραπεύτρια, ο στόχος ήταν να δοθεί «ένα διάλειμμα στον εγκέφαλο» και να επιστρέψουν πλευρές του εαυτού που δεν καθοδηγούνται από το άγχος. Όπως της εξήγησε, «το άγχος είναι σαν νταής και, όπως όλοι οι νταήδες, χρειάζεται να μπει στη θέση του». Παρότι η ιδέα αντιμετωπίστηκε αρχικά με σκεπτικισμό, η θεραπεύτρια της είπε κάτι που την ηρέμησε: «Οι ανησυχίες σου θα είναι ακόμα εκεί το επόμενο πρωί, αν θέλεις να τις ξαναδείς».
Η εφαρμογή του κανόνα ξεκίνησε διστακτικά. Το πρώτο βράδυ κατάφερε απλώς να «παρκάρει» τις σκέψεις της μέχρι τις 8 μ.μ., πριν τις αφήσει να επιστρέψουν. Ωστόσο, αυτό το μικρό βήμα ήταν αρκετό για να συνεχίσει.
Έπειτα από μερικές εβδομάδες, κατάφερε να επεκτείνει τον «χρόνο χωρίς ανησυχία» μέχρι τις 10:30 το βράδυ, ενώ η θεραπεύτρια την ενθάρρυνε να συνεχίσει. Σταδιακά, ο κανόνας άρχισε να επεκτείνεται μέχρι το επόμενο πρωί. «Κάτι άλλαξε», γράφει. «Άρχισα να νιώθω πιο ανάλαφρη, λιγότερο βυθισμένη στο άγχος και ξανά αισιόδοξη».
Με τον καιρό, η ίδια ένιωσε έτοιμη να συνεχίσει μόνη της. Όπως σημειώνει, δεν ήταν μόνο αυτή η τεχνική που βοήθησε, αλλά και ο συνδυασμός θεραπείας και πρακτικών αλλαγών στην καθημερινότητα. Δυσκολεύτηκε πολύ, καθώς το μυαλό δεν μπορεί να σκεφτεί ό,τι ακριβώς θέλουμε, αλλά προσπαθώντας να κάνει κάτι άλλο όταν αυτές οι σκέψεις την κατέκλυσαν, να απασχολήσει διαφορετικά τις σκέψεις της τα κατάφερε – έστω και για μια νύχτα.
Σε ένα ταξίδι της στο Μπανγκόκ, μάλιστα, αφού ξεκίνησε ξανά να ταξιδεύει, μια επιγραφή με τη φράση «No worry zone» της θύμισε αυτή τη διαδικασία. Για την ίδια, ήταν μια υπενθύμιση ότι, όπως γράφει, «δεν χρειάζεται να είσαι όμηρος του άγχους – μερικές φορές μπορείς να ορίσεις εσύ τους κανόνες».



